9 Απριλίου 2013

Μερικές σκέψεις σχετικά με την εκπαιδευτική διαδικασία, τη γνώση, το πανεπιστήμιο και την κοινωνία


Κριτική της αρχιτεκτονικής και Αρχιτεκτονική κριτική

Αν η αρχιτεκτονική είχε μάτια, θα τα έβγαζε αν έβλεπε όλα αυτά που συμβαίνουν στη σχολή μας. Σε πολλές περιπτώσεις, όχι μόνο χάνει οποιαδήποτε χροιά κοινωνικού χαρακτήρα, αλλά παίρνει μορφή εξυπηρετώντας καθαρά τις ανάγκες της αγοράς ή μίας μεγαλοαστικής μειοψηφίας. Και αυτό αποκρυσταλλώνεται τόσο  στο ποιά μαθήματα απαρτίζουν το πρόγραμμα σπουδών, αλλά και στο πως τελικά αυτά, ή κάποια άλλα, διδάσκονται.

Από το «Ξενοδοχείο με σπα και της παναγιάς τις ανέσεις» τη στιγμή που όλο και περισσότερος κόσμος δεν έχει λεφτά όχι μόνο για να πάει διακοπές, αλλά ούτε και για να ζήσει, μέχρι τη Χωροταξία [λιγότερες φορές ακούμε από τα δελτία των 8 για το τι καλό μας έχει κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση], και το Ευ Ζην [αντιγράφουμε επ’ ακριβώς από την περιγραφή του μαθήματος: Σήμερα, στο πλαίσιο της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους και μιας κατάστασης βίωσης αλλά και αναμονής μεγάλης φτώχειας –οικονομικής, ηθικής, ψυχικής- το ησυχαστήριο εμφανίζεται ως ένας χώρος που αρχικά προσφέρει τη δυνατότητα απομόνωσης και επιτρέπει το βλέμμα προς τον ορίζοντα, πέρα από τα πεπερασμένα όρια, τη ρουτίνα αλλά και τον νευρωτισμό μιας αστικής συμπίεσης. Εμ τι χρειάζεται ο φτωχός; Καλοπέραση και εφησυχασμό!..].

Άλλες φορές, ο αγοραίος χαρακτήρας της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης δεν περιορίζεται στον τίτλο ή στις διαλέξεις, αλλά παίρνει τη θέση του και εντός των διορθώσεων, με  προσεγγίσεις και κατευθύνσεις που ισορροπούν μεταξύ νεοπλουτισμού και σεξισμού, επιδειξιμανίας  και αναπαραγωγής ενός στερεοτυπικού προτύπου ζωής και οικογένειας (άντρας, γυναίκα που τον υπηρετεί και παιδί) που πολλές φορές αφορά μια μεγαλοαστική μειοψηφία (υπηρέτρια για τα ψώνια), μια ελίτ τελικά της σύγχρονης ταξικής κοινωνίας [Τεχνολογία]. 

Συν τοις άλλοις, έρχεται το καθεαυτό ζήτημα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Τη στιγμή που οι καθηγητές σύνθεσης της σχολής μας αποτελούν είδος προς εξαφάνιση, έρχεται το μάθημα της Τεχνολογίας να αναπληρώσει το κενό. Και ενώ θα ήταν μία εξαιρετική ευκαιρία να μεταδοθεί η εμπειρία από τους διδάσκοντες από τα μυριάδες παραδείγματα σύγχρονης  αρχιτεκτονικής που ωθούν την κατασκευή στα άκρα φτιάχνοντας «προβόλους» 25 μέτρων και στηρίζοντας μέχρι και το αστήριχτο, το μάθημα αναλώνεται στην εντελώς εργολαβική προσέγγιση του τύπου «ο πρόβολος μέχρι 2μ και η απόσταση των υποστυλωμάτων 4μ»… Αέναος ο διάλογος με τη σύγχρονη [ή και παλαιότερη] αρχιτεκτονική πραγματικότητα…

Παράλληλα, γενική κατεύθυνση αρκετών  μαθημάτων, είναι η απώλεια του ποιοτικού χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, δίνοντας αντ’ αυτού πολύ περισσότερο βάρος  στην ποσότητα των παραδοτέων, στην παρουσίαση, στο μανατζάρισμα του όλου θέματος, με τραγική απόληξη τα δεκάδες ευρώ για εκτυπώσεις σε γυαλιστερά χαρτιά με χρώματα κι αρώματα, τις δεκάδες [πολλές φορές χαμένες] ώρες μέχρι να βγει το 10ο φωτορεαλιστικό , η 37η κατασκευαστική λεπτομέρεια σε 1:5 κλπ

Όλα τα παραπάνω αποκτούν και συσκευασία δώρου, όταν εξυφαίνονται με μία αντίληψη για τον αρχιτέκτονα που έχει ξεμείνει πίσω στη δεκαετία των 80s, όταν ο ελεύθερος επαγγελματίας μηχανικός έλυνε κι έδενε με το παραφουσκωμένο κοινωνικό του status [sic], αντίληψη που καμία σχέση δεν έχει με τη σημερινή πραγματικότητα της επισφάλειας, του δελτίου παροχής υπηρεσιών και της ανεργίας για την πλειοψηφία των εργαζόμενων στο επάγγελμα.

Τέλος, αντίστοιχη γενική κατεύθυνση, όλων των μαθημάτων αυτή τη φορά, είναι η τεράστια, εκθετικής φύσης πολλές φορές, αύξηση του φόρτου εργασίας που το κάθε ένα απαιτεί [με εμφανέστερο παράδειγμα τις Αναπαραστάσεις και το CAD], διανθισμένων με προπαραδόσεις, με αποτέλεσμα η εντατικοποίηση του ρυθμού σπουδών να χτυπάει κόκκινο [ειδικά όταν πλέον αποκτά ιδιαίτερο βάρος με την ανάγκη να τελειώσει κάποιος τις σπουδές του (πιθανόν δουλεύοντας παράλληλα) το πολύ στα ν+2 χρόνια, για να βγει στην αγορά ανασφάλιστης εργασίας (ή αλλιώς ανεργίας) ή να μεταναστεύσει].

Επιπλέον, παράλληλα με τον τρομερό φόρτο των μαθημάτων και ειδικά των εργαστηριακών, η ύπαρξη απουσιών, παρουσιών και υποχρεωτικών παρακολουθήσεων, ανεξαρτήτως από τις θεωρητικά καλές ή κακές προθέσεις του διδάσκοντα, έχει σαφή αποτελέσματα. Καταρχήν, συμβάλει καταλυτικά στη συνολική διαδικασία ολοένα και αυξανόμενου ανταγωνισμού μεταξύ μας, επομένως και της περαιτέρω εντατικοποίησης [και αυτοεντατικοποίησης] του ρυθμού σπουδών, οδηγώντας στην κατάργηση του ρόλου της σχολής ως κοινωνικό χώρο. Ένα χώρο όπου θα δουλεύουμε όλοι μαζί και με συλλογικό τρόπο, που ο ένας θα κερδίζει από τις ιδέες του άλλου, που οι εμπειρίες των μεγαλύτερων θα μεταβιβάζονταν στους μικρότερους, που το πρόβλημα του ενός θα αποτελεί προβληματισμό όλων.

Παράλληλα, ενώ η μετάδοση και παραγωγή της γνώσης, σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης αλλά και ειδικά στο πανεπιστήμιο, θα έπρεπε να εννοείται ως ελεύθερη επιλογή ελευθέρων προσώπων, σε μια υποχρεωτική-καταναγκαστική διαδικασία, που αναγνωρίζει στο πρόσωπο του καθηγητή την αυθεντία, τον μόνο σωστό και αληθινό. Όμως, η αναγόρευση του καθηγητή σε αυθεντία, διακόπτει αυτόματα οποιαδήποτε τάση για κριτική, αμφισβήτηση και αντίρρηση, μετατρέποντας το μάθημα σε κακή αναπαραγωγή πρακτικών και ιδεών που περισσότερο θυμίζουν σχολείο.

Τίποτα βέβαια δεν είναι τυχαίο. Ο ατομικός δρόμος και οι εντατικοί ρυθμοί σπουδών και παραγωγής εργασιών μας εκπαιδεύουν για την «ομαλή» ένταξή μας στην ελεύθερη αγορά. Εκεί θα κληθούμε να παίξουμε το ρόλο του ευέλικτου αναλώσιμου εργαζόμενου, που ή θα δουλεύει εξαντλητικά ωράρια [12-14ωρα ή αλλιώς ήλιο με ήλιο] για 400 ευρώ, μακριά από εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, χωρίς συλλογική κατοχύρωση στην δουλειά (βλ. κατάργηση Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας) και με απειλητική τη δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης ή  θα βρεθεί στη μεγάλη αγκαλιά της ανεργίας που όλο και αυξάνεται.

Σε κάθε περίπτωση ο κατακερματισμός των εργαζομένων σε εργαζόμενους πολλών ταχυτήτων, που επιχειρείται ήδη με τη συρρίκνωση του γνωστικού αντικειμένου και τη διάλυση του ενιαίου πτυχίου σε πολλούς εξειδικευμένους «τίτλους σπουδών» (βλ. νέο πρόγραμμα σπουδών στη σχολή μας: επί της ουσίας αποπομπή της πολεοδομίας και μετατροπή της σχολής καθαρά σε σχολή αρχιτεκτόνων, βλ. νόμο Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου: διάφορα προγράμματα σπουδών ανά τμήμα που οδηγούν σε διαφορετικά πτυχία, ατομικός φάκελος προσόντων κλπ) τορπιλίζει κάθε δυνατότητα μετέπειτα συλλογικής διεκδίκησης και αγώνα στην αγορά εργασίας, αφού θα μιλάμε για εργαζόμενους με διαφορετικά επαγγελματικά δικαιώματα

Αλλά τελικά είναι αυτός ο ρόλος  του αρχιτέκτονα;
Και είναι αυτός ο ρόλος μιας αρχιτεκτονικής σχολής;

Στην παιδεία που διεκδικούμε δεν υπάρχει χώρος για αυθεντίες. Η ισότητα ανάμεσα σε διδασκόμενο και διδάσκοντα είναι δεδομένη. Η μετάδοση των γνώσεων και των ιδεών αμφίδρομη και ο ρόλος του καθηγητή αποκλειστικά λειτουργικός: αποτελεί το κίνητρο για την ενεργοποίηση των φοιτητών, και με ολοκληρωμένες προτάσεις και όχι μονόπλευρες απόψεις «καθοδηγεί» τη διαδικασία, δίνει ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα. Πρόκειται, τελικά, για την ελεύθερη συνάντηση διδασκόμενου και διδάσκοντα, σε πλαίσια ισότητας και όχι ιεραρχίας [όπως ακριβώς περιγράφεται και στις αρχές του προγράμματος σπουδών, συνταγμένες από μια μακρά κινηματική διαδικασία του συλλόγου και των γενικών συνελεύσεων του].

Όπως φάνηκε και από τα προηγούμενα, ένα σημαντικό στοιχείο που πρέπει να τεθεί σε μία συζήτηση για την εκπαίδευση, είναι το θέμα της παρεχόμενης γνώσης. Η γνώση, όμως, δεν είναι κάτι το απόλυτο και στατικό, κάτι έξω από την κοινωνία και τη ζωή, αλλά ανθρώπινο δημιούργημα και κοινωνική διεργασία. Υπόκειται στις αντιφάσεις που υπάρχουν στην κοινωνία. Ειδικά ο χαρακτήρας της παρεχόμενης από το εκπαιδευτικό σύστημα γνώσης και ο τρόπος παροχής της είναι το αποτέλεσμα συνεχώς συγκρουόμενων απόψεων και συμφερόντων.  Η γνώση δεν είναι απλά θέμα ποσοτικό, ότι «όσο περισσότερα και πιο σύγχρονα μαθαίνουμε, τόσο το καλύτερο». Είναι και θέμα ποιότητας, είναι το τί μαθαίνουμε και πώς το μαθαίνουμε, είναι το ποιά είναι η ουσία της γνώσης και του τρόπου με τον οποίο μας παρέχεται και ποιανού το συμφέρον εξυπηρετεί η παρούσα κατάσταση. Πόσο μάλλον σήμερα, που το πανεπιστήμιο υπόκειται με απόλυτο τρόπο στις ανάγκες της αγοράς [και στα πολυτεχνεία, λόγω της άμεσης εφαρμογής του αντικειμένου στην αγορά εργασίας, αυτό εκφράζεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο], μεταβάλλοντας τόσο τα προγράμματα σπουδών όσο και συνολικά την εκπαιδευτική διαδικασία.

Προκύπτει, επομένως, πως είναι απαραίτητο να ασκούμε κριτική στη γνώση που μας παρέχεται, και αυτή η κριτική να μετουσιώνεται σε δράση. Εάν δηλαδή θέλουμε μια γνώση διαφορετική, ανώτερη, σφαιρική, με προσανατολισμό προς το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου κι όχι των λίγων ισχυρών, που να δημιουργεί ελεύθερους και ενεργούς ανθρώπους, μπορούμε και πρέπει να ασκήσουμε έλεγχο πάνω στο τί γνώση μας παρέχεται και με ποιό τρόπο. Αντιστοίχως, με τη δομή και τη διάρθρωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως προαναφέρθηκε.

Παλεύουμε για μια παιδεία που θα συμβάλει στη διαμόρφωση ολοκληρωμένων και κριτικά σκεπτόμενων προσωπικοτήτων, που θα μπορούν να ελέγχουν τι μαθαίνουν και τι παράγουν. Που θα προσφέρει τη δυνατότητα της ευρύτερης ενασχόληση με το ίδιο το αντικείμενο, ανεξάρτητα με το ποιες είναι κάθε φορά οι απαιτήσεις της αγοράς, που θα προσφέρει ελεύθερο χρόνο και τη δυνατότητα πολύπλευρης ανάπτυξης της προσωπικότητας αντί της αλλοτρίωσης και του συνεχούς τρεξίματος, που θα πορεύεται με βάση της κοινωνικές ανάγκες και όχι τις ανάγκες του κεφαλαίου.

Και ο δρόμος για να το διεκδικήσουμε αυτό δεν είναι άλλος παρά ό δρόμος του ανυποχώρητου αγώνα, το κίνημα που ξεπηδά «από τα κάτω» και αναπνέει μέσα από την αμεσοδημοκρατία των Γενικών Συνελεύσεων, που βγαίνει στο δρόμο και διαδηλώνει, που γεννιέται από τις ανάγκες της πληττόμενης νεολαίας. Η νεολαία στο πλάι των εργαζομένων και της κοινωνίας συνολικά να διεκδικήσει την παιδεία και την εργασία των αναγκών της, μια ζωή έξω από τα πλαίσια αυτού του συστήματος που χρεοκόπησε, χωρίς αλλοτρίωση, εκμετάλλευση, ατομικό κέρδος.


Να ξανακάνουμε τη σχολή χώρο κοινωνικό

Να ξανα-καταλάβουμε την αρχιτεκτονική

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου